Στον καλό μου πατέρα
Όταν το 1910 στην Ουάσιγκτον αποφασίστηκε να εορτάζεται η γιορτή αφιέρωμα στον πατέρα, την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου, ο δικός μου πατέρας ήταν μόλις ενός έτους παιδάκι. Στα γεγονότα που δυστυχώς στοίχειωσαν την παιδική του ηλικία, ήταν και ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας του, από πνευμονία. Για εκείνο τον κρυφό πόνο που είχε και που μπορεί να μην τον είχε εκφράσει ποτέ φανερά, πάντα έλεγε: Το παιδί ορφανεύει από μάνα…
Δύο μεγαλύτερες αδελφές και μία μικρότερη από εκείνον κι ένας πατέρας που αναγκάζονταν να δουλεύει από το πρωί ως τη νύχτα, για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της οικογένειας! Παρ’ ότι τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια, έπαιζαν τον ρόλο της μητέρας, δεν έπαυε η απουσία της, να δημιουργεί στέρηση στα δύο μικρότερα. Ο πατέρας μου το μόνο αγόρι της οικογένειας, έπρεπε μεγαλώνοντας να βοηθάει τον δικό του πατέρα, όχι μόνο τα καλοκαίρια, αλλά και το απόγευμα μετά το σχολείο. Στα χωριά οι εργασίες πολλές, οι υποχρεώσεις περισσότερες.
Το χωριό μας απείχε 6χιλ από το λιμάνι και την Χώρα του νησιού, τα καλοκαίρια τα μεγαλύτερα παιδιά, μ’ ένα πλεκτό καλαθάκι στο χέρι, με σπιτικά αυγά, ρίγανη δυόσμο και ένα μικρό τοπικό καρπό, το τσίκουδο, που το έβαζαν σε μικρά χειροποίητα χωνάκια από εφημερίδα, κατέβαιναν με τα πόδια, ξυπόλητα, για να τα πουλήσουν, στον κόσμο που σύχναζε στο λιμάνι για δουλειές. Τα παπούτσια τους δεμένα από τα κορδόνια και κρεμασμένα στον ώμο, για να αντέξουν στο καθημερινό πήγαινε έλα, στους άσχημους δρόμους, που τους τα κατέστρεφαν και τα τρυπούσαν. Τα φορούσαν μόλις έφθαναν στην προκυμαία για να μην τα λυπάται ο κόσμος, αυτό τουλάχιστον πίστευαν. Η αμοιβή τους ήταν το πρώτο χαρτζιλίκι τους, που επέστρεφε όμως αναγκαστικά στην οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά, τελείωσε με άριστα το Δημοτικό, με επαίνους από τον δάσκαλό του, αλλά κουβέντα από τον πατέρα του, για κάτι παραπάνω.
Πολλές φορές, που διαβάζω ιδιόχειρες επιστολές και κείμενα, σε κάποιες προθήκες μουσείων, ειλικρινά συγκινούμαι, γιατί είναι σαν να βλέπω την δική του γραφή, την ορθογραφία και την καλλιγραφία του! Ήταν ένας μικρός έφηβος 13ων χρόνων, όταν οι διεσταλμένες κόρες των ματιών του, αντίκρυσαν τα σαπιοκάραβα και τις γεμάτες βάρκες, μ’ ένα ρακένδυτο πλήθος, να φθάνει στην προκυμαία του νησιού μας, την Χίο το ΄22. Ο κόσμος φοβισμένος, τρομαγμένος κι ανήμπορος ν’ αντιδράσει, προσπάθησε να βοηθήσει με ότι είχε, από το υστέρημά του. Ήδη όμως πληγωμένος από τον Α’ Παγκόσμιο και τον Ελληνο-Βουλγαρικό πόλεμο, λύγισε. Έπρεπε να βιώσει και την Μικρασιατική καταστροφή, την προσφυγιά και την δυστυχία αυτών των ανθρώπων. Οι εικόνες αυτές στιγμάτισαν, την αθώα παιδική ηλικία του! Χαράχτηκαν όμως και στην μνήμη όλων, σαν ολέθριες εικόνες εξευτελισμού, όλου αυτού του κόσμου, που μέχρι τότε ζούσε στην ευμάρεια και είχε αναπτύξει ένα θαυμάσιο επίπεδο πολιτισμού, στα απέναντι παράλια! Όλα έγιναν μια πληγή μέσα στην αθώα καρδούλα του, γιατί όπως μου έλεγε, ήταν σαν να ξαναζούσε για μια φορά ακόμα, την δική του ορφάνια.
Οι δυσκολίες πολλαπλασιάστηκαν και το νησί δεν είχε την δύναμη να ζήσει όλο αυτό τον κόσμο. Κι εκείνος έφηβος πιά, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον πατέρα του στην Αθήνα. Τίποτα δεν ήταν κι εκεί εύκολο, ούτε προδιαγεγραμμένο. Μ’ ένα πατέρα ταλαιπωρημένο, κουρασμένο και τρία κορίτσια στο νησί, που περίμεναν την προίκα τους για να παντρευτούν. Άλλα χρόνια, άλλες συνήθειες άλλες υποχρεώσεις και άλλη νοοτροπία. Πήγε στρατιώτης και μετά και πάλι συνέχισε το καθήκον του. Όταν πιά με κόπους τα είχαν σχεδόν καταφέρει πατέρας και γιός, να αποκαταστήσουν τα κορίτσια, ξεσπά ο πόλεμος του 40΄.
Με το χαμόγελο στα χείλη, όπως έλεγε και με υψηλό φρόνημα, μαζί με χιλιάδες φαντάρους βρίσκεται στη Β. Ήπειρο και μετά στα χαρακώματα της Αλβανίας. Με χιόνι, με κρύο, με κρυοπαγήματα και κοριούς, πέρασε 4 δύσκολα χρόνια πολέμου! Στα κρύα βράδια του χειμώνα, κουρνιασμένη στην αγκαλιά του, δεν χόρταινα να τον ακούω να μου μιλά, για εκείνη την πονεμένη αλλά ένδοξη εποχή, που ο στρατός μας κέρδιζε την μία μάχη μετά την άλλη και προχωρούσε για τα Τίρανα ακάθεκτος.
Με το τέλος του πολέμου επιστρέφει και παίρνοντας κουράγιο, γυρίζει σελίδα στην τόσο ταλαιπωρημένη ζωή του. Δημιουργεί την δική του οικογένεια και στα 43 χρόνια του αποκτούν με την μητέρα μου εμένα. Ήμουν για εκείνον όπως μου έλεγε, ένα φωτεινό σημάδι, μετά από την έως τότε περιπετειώδη ζωή του. Δεν μου χάρισε άλλα αδέλφια, μου έδωσε όμως τόση φροντίδα, αγάπη και στοργή, περισσότερη απ’ όση είχε στερηθεί εκείνος. Μου μετέδωσε την αγάπη του για μάθηση και γνώση, που του στέρησαν οι άσχημες συνθήκες των παιδικών και εφηβικών του χρόνων. Ζήσαμε μαζί ως τα γεράματά του, μιας και είχαμε την ατυχία, να χάσω εγώ την μητέρα μου κι εκείνος τον άνθρωπό του, πολύ νωρίς. Δεν έπαψε ποτέ να με συμβουλεύει, να μ’ αγαπά και να μου συμπαραστέκεται! Λάτρεψε το ίδιο και τα παιδιά μου που του έδιναν ζωντάνια και νόημα να ζει!
Ανοίγω συχνά, ένα όμορφο, παλιό ξύλινο κουτί, των αναμνήσεων του όπως το έλεγε, από την στρατιωτική του θητεία και από τις ημέρες πολέμου. Και τι δεν έχει εκεί μέσα. Ευχαριστήριες επιστολές, επιστολές επιβράβευσης, από τον βασιλέα και τον πρωθυπουργό, προς το άξιον τέκνο της πατρίδας… εμψυχωτικά σημειώματα. Ευχετήριες κάρτες από συγγενείς, φίλους και γνωστούς, όσες έφταναν… Τετράδια αναφοράς, τετράδια από προμήθειες στο στράτευμα, αδειών και εξόδων και τόσα άλλα… Δεν μίλησε ποτέ για τα κατορθώματά του, δεν το πήρε ποτέ επάνω του, δεν τον άκουσα ποτέ να λέει; Ξέρεις εγώ πολέμησα στην Αλβανία, εσύ;
Ένα ήρεμος υπερπροστατευτικός άνθρωπος, που έζησε απλά και ταπεινά όπως τον έμαθε η ζωή να ζει! Ο δικός μου πατέρας, ένας κλασσικός στοργικός άνθρωπος, κατά τα άλλα, με δίδαξε ευπρέπεια, καλοσύνη, αγάπη και ανιδιοτέλεια, με έμαθε να ζω σαν ακέραιος άνθρωπος, χωρίς τα δεκανίκια της υπεροψίας και του δήθεν. Εύχομαι να συνεχίσουν να γεννιούνται και στις μέρες μας τέτοιοι πατεράδες!
Καλό καλοκαίρι σε όλους τους τρυφερούς μπαμπάδες του κόσμου!
15 Μαΐου 2025
Μαρία Φετοκάκη