Μια Πρωτοχρονιά της Κατοχής του '40
Τα μικρά δάκτυλα των παιδιών, που έμοιαζαν με ξυλαράκια σαντουριού από την αδυναμία, σταμάτησαν να κτυπούν πάνω στη χοιρινή μεμβράνη που ήταν ο πάτος της τραμπούκας.
Οι τραγουδιστές φωνές τους ηχούσαν ακόμη στ' αυτιά μου, έλεγαν για τον Άγιο που θαρχόταν από την Καισάρεια, γεμάτος δώρα.
Και πολύ δεν χαιρόμουν, δεν ήμουν συνηθισμένη σε δώρα και ούτε περίμενα, και άλλα παιδιά δεν περίμεναν. Δεν μας ένοιαζε κι ας. ήταν τα ρούχα μας μπαλωμένα και τα παπούτσια μας φτιαγμένα από χαρτόνι και πλεγμένα κουρέλια για πάτο.
Τα παιδιά του πολέμου ανοικτούς ορίζοντες ζητούσαν, να πετάξουν σαν χελιδόνια της άνοιξης, και λίγο ψωμί που κάθε μέρα λιγόστευε.
Πολλές φορές σκεπτόμουν που να τα βρήκε τόσα πλούτη αυτός ο Άγιος από την Καισάρεια και πως μπορούσε την ίδια ώρα να βρίσκεται σε όλες τις γωνιές της γης.
Δεν έλεγα όμως τίποτα (έβλεπα τους μεγάλους που τιμούσαν με κάθε τρόπο τον ερχομό του Άγιου και εμψύχωναν τα παιδιά να τον περιμένουν.
Η μάνα μου είχε στείλει νωρίς τ' αδέλφια μου να κοιμηθούν για να σηκωθούν τα μεσάνυχτα να καλωσορίσουν το Νέο Χρόνο με τον πρώτο του Άγιο.
Τ' αδέλφια μου σκέφτηκαν πως όταν ερχόταν ο Άγιος Βασίλης, η μάνα μου έκανε λουκουμάδες. Χωρίς μιλιά πήγαν στο κρεβάτι να κοιμηθούν, κάτι σιγοψιθύρισαν γελαστά.
Το σπίτι άστραφτε από καθαριότητα, το καντήλι έκαιγε μπροστά στις εικόνες, στο μαγκάλι αναμμένη η ελαιοπυρήνα ζέσταινε το χώρο του σπιτιού εκεί που ήταν, το άλλο σπίτι ήταν παγωμένο.
Ένα φύλλο καινούργιας κουρελούς στρωμένο στο πάτωμα, λίγα κουρκουμπίνια ψημένα στο τηγάνι, πασπαλισμένα με ελάχιστη ζάχαρη επάνω στο τραπέζι. Στη γωνιά της κουζίνας, κάτω από το χαμηλό φως της λάμπας, η καλαμένια μπουγαδόκουφα, κάτασπρη από τις μπουγάδες, καμάρωνε και περίμενε να γεμίσει λουκουμάδες, όπως κάθε χρόνο.
Πρόσεξα όμως ότι η μάνα μου δεν είχε βάλει λαδόκολλες για να ρίξει μέσα τους λουκουμάδες, τούτη τη φορά την είχε ντύσει μ' ένα κατάλευκο τραπεζομάντηλο.
Το τζάκι φρεσκοασπρισμένο με ώχρα που είχα μαζέψει από μια τρύπα στις όχθες του Ψακή μια μέρα που έβγαζα χόρτα στα χωράφια. Είχα δει κι άλλους που έξυναν τον μαλακό βράχο και έπαιρναν τη σκόνη. Κατακίτρινο περίμενε τη φωτιά τα μεσάνυκτα ν' ανάψει.
Εγώ καθόμουν στο μαγκάλι, μόλις είχα πλύνει τα λίγα από χόρτα πιάτα, και ζέσταινα τα παγωμένα χέρια μου. Ο πατέρας μου κουρασμένος από το μεροκάματο στου Κοκκινάκη πήγε να κοιμηθεί. Η μάνα μου ήρθε και κάθισε κοντά μου, πήρε τα παγωμένα χέρια μου μέσα στα δικά της και μου έλεγε παλιές ιστορίες της Πρωτοχρονιάς. Έτσι μείναμε μέχρι τις 12 παρά 5 λεπτά. Ξαφνικά με χάιδεψε στα μαλλιά και μου λέει:
- Πάρε πουλάκι μου το φανάρι και άντε κάτω να μου φέρεις λίγο προσάναμμα ν' ανάψουμε φωτιά.
Με σκέπασε με το μποξαδάκι της, πήρα το φανάρι και πήγα για προσάναμμα κάτω από τη σκάλα. Πήρα λίγα ψιλά ξύλα και ανέβηκα επάνω. Το κρύο ήταν τσουχτερό.
Η μάνα μου με περίμενε στην πόρτα, με φίλησε λέγοντάς μου "Καλή Χρονιά". Ο Νέος Χρόνος είχε φτάσει. Έτσι μου έκανε κάθε Πρωτοχρονιά από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω. Το έκανε για να της κάνω ποδαρικό.
Έβαλε τα ξύλα στο τζάκι και άναψε τη φωτιά, έβαλε επάνω το μαυρισμένο τηγάνι με λίγο λάδι. Αναρωτιόμουν τι θα τηγανίσει, δεν είχα δει να ζυμώνει λουκουμάδες. Εκείνη τη στιγμή σ' ένα κιασέ εμαγιέ έριξε μια χούφτα αλεύρι και έκαμε λίγο χυλό.
-Πήγαινε, μου λέει, να ξυπνήσεις τον μπαμπά σου και τ' αδέλφια σου.
Μόλις άγγιξα τα χέρια μου στην πλάτη τους πετάχτηκαν από το κρεβάτι, έπλυναν τα μάτια τους στο νεροχύτη με λίγο νερό, που τους έριχνα με ένα κανάτι.
Η μάνα μου είχε τηγανίσει το χυλό. Ο μικρός αδελφός μου έσκυψε πάνω στην μπουγαδόκουφα, δεν είχε λουκουμάδες, σούρωσε το προσωπάκι του και ρώτησε σιγά:
- Γιατί δεν γέμισες μαμά τη μπουγαδόκουφα;
Η μάνα μου δεν μίλησε, μας αγκάλιασε μαζί με τον πατέρα μου μας φίλησαν και ευχήθηκαν "Καλή Χρονιά". Καθίσαμε όλοι στο τραπέζι, που πάνω του βρισκόταν ένα πιάτο με τηγανητά μελομακάρονα και ένα με τηγανόπιττες.
Η μητέρα μου πήγε κι έφερε από την κούνια το μωρό, τη μικρή αδελφή μου. Τα χέρια απλώθηκαν να πάρουν κάτι από τα υπάρχοντα. Τα μεγαλύτερα παιδιά κάτι πήραν σιωπηλά, ο μικρότερος, πάντα αυθόρμητος, ίσως δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν, φώναξε:
- "Γριές" θα φάμε μαμά ή λουκουμάδες, εγώ θέλω "τρεμούλες".
Δε πρόλαβε ο μύλος του Κωσταρή ν' αλέσει το σιτάρι Νίκο και δεν είχα αλεύρι. Μια βδομάδα βρέχει χωρίς αέρα. Φάε τώρα τις "γριές" κι έλα να σε φιλήσω να πας στο κρεβάτι.
Τ' αδέλφια μου σηκώθηκαν σιωπηλά και πήγαν για ύπνο. Εγώ πήρα τη μικρή αδελφή μου στην αγκαλιά μου και πρόσεχα τους γονείς μου που μιλούσαν. Τα δέκα μου χρόνια δεν με εμπόδιζαν να αντιληφθώ τι γινόταν γύρω μου. Άκουσα τον πατέρα μου να λέει:
"Τι λες βρε Δέσποινα στα παιδιά, για ποιο σιτάρι μιλάς, αφού και το σπόρο έκοψες κουρπά, εχθές δε φάγαμε το πληγούρι; "
Εκείνη δακρυσμένη του είπε:
- Άσε Γιώργη να πιστεύουν ότι ο καιρός φταίει και θ' αλλάξει γρήγορα, όχι ο πόλεμος που κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει".
Ο πατέρας μου αναστενάζοντας πήγε στην κουζίνα να πιεί νερό. Εκείνη την ώρα πρόσεξε την μπουγαδόκουφα και κείνος ντυμένη και λέει :
- Καλά το σιτάρι, αμέ η μπουγαδόκουφα τι θέλει στην κουζίνα;
- Ετσι το έκανα Γιώργη, για να μη πικράνω τα παιδιά απόψε. Έφερα τη μπουγαδόκουφα πιστεύοντας ότι κάποια ώρα θα γεμίσει.
Χωρίς άλλα λόγια πήγαμε και μεις να κοιμηθούμε σιωπηλοί.
Οι μέρες πέρασαν , η μπουγαδόκουφα δεν γέμισε λουκουμάδες, η μητέρα μου την κατέβασε στον καζανότοπο και στοίβαξε ρούχα. Την ανεβάσαμε στη σκάφη μαζί για να περιχυθεί με αλουσιά.
Ο χρόνος έτρεχε, οι μέρες του σκοτεινές και μαύρες σαν τα σύννεφα, η ελπίδα όμως απλώνεται ως το τέλος του πολέμου.
Οι χρόνοι άλλαξαν, ο πόλεμος τέλειωσε, εκείνη όμως την Πρωτοχρονιά δεν την ξέχασα ποτέ. Η δύναμη της αγάπης της μάνας μου μας εμψύχωνε, μας γέμιζε ελπίδα ως το τέλος του πολέμου.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα
“Aναγέννηση Βασιλεωνοίκου”, αρ. φύλλου 15, σελ. 3, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1998.
Χρυσούλα Θρουβάλα-Χρόνη