Χριστούγεννα στα χαρακώματα του Αλβανικού Μετώπου
Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες, από την στιγμή που ήχησαν οι σειρήνες της επιστράτευσης στην χώρα μας. Ο στρατός μας είχε ήδη προτάξει ισχυρή άμυνα, αιφνιδιάζοντας τους Ιταλούς εισβολείς, που από τις 8 Νοεμβρίου, είχαν ξεκινήσει την πρώτη τους οπισθοχώρηση!
Ο Ελληνικός στρατός με την υποστήριξη των αμάχων στα χωριά, είχε ανακαταλάβει μεγάλο μέρος της Ηπείρου. Στα μέσα του Δεκεμβρίου, η άμυνα είχε μετατραπεί σε θυελλώδη αντεπίθεση. Οι όροι είχαν πιά αναστραφεί και στις 24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων του 1940 ο Ελληνικός στρατός ήταν πιά έξω από την Χιμάρα.
Στην ερειπωμένη από τους βομβαρδισμούς εκκλησία των Αγίων Πάντων, συρρέουν εκατοντάδες πιστοί, με αναμμένα κεριά στα χέρια, ψάλλοντας. Ολόκληρο το 1530 τάγμα των Ιταλών, κυκλώνεται, αιχμαλωτίζεται και ο συνταγματάρχης του, παραδίνεται μαζί με όλους τους στρατιώτες. Το απατηλό όραμα Mare Nostrum, που τους έταξε ο Μουσολίνι από τα μπαλκόνια των πόλεων τους, έμεινε ένα όνειρο.
Οι Ιταλοί πίστευαν, όντας νικημένοι, ότι θα είχαν μια περιφρονητική συμπεριφορά και ειρωνικά σχόλια, από τους Έλληνες φαντάρους. Έκαναν λάθος! Είδαν να τους προσφέρουν τροφή, τσιγάρα που τα κάπνιζαν μαζί τους και δεν ξέχασαν ό,τι είναι γιορτή και για τους ηττημένους τα Χριστούγεννα, αφού βρίσκονταν κι αυτοί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους. Η ζεστή σούπα εκείνης της βραδιάς, όσο λίγη κι αν ήταν, μοιράστηκε χωρίς διακρίσεις σε όλους! Ένα δέμα που έφθασε την τελευταία στιγμή σε ένα φαντάρο, γεμάτο καλούδια, γλυκά και ένα μπουκάλι κονιάκ, πέρασε απ’ όλα τα στόματα για μια γουλιά, που χάρισε δύναμη και ζεστασιά, στα ταλαιπωρημένα κορμιά τους!
Το χρώμα της παραμονής εκείνων των Χριστουγέννων, ήταν λευκό σαν το χιόνι, αλλά μουντό, μόνο κάποια μακρινά τρεμάμενα φωτάκια, από το Τεπελένι και την Κλεισούρα, τους έδειχναν ότι κάπου εκεί φώλιαζε ζωή…..μια ζωή φτωχή και τρομαγμένη! Σε μια γωνιά, ένας καλλίφωνος στρατιώτης, ξεκινά να τραγουδά τα κάλαντα και οι υπόλοιποι με δειλή διάθεση, συνοδεύουν χτυπώντας τα τσίγκινα κύπελλά τους με ρυθμό. Οι φωνές τους διαλύουν την μαύρη ηρεμία του βουνού. Ένα μικρό έλατο στολισμένο με τις άδειες ιταλικές χειροβομβίδες, καμαρώνει στην μέση της πρόσκαιρης χορωδίας. Μερικοί πιο ευρηματικοί, έφτιαξαν με φρύγανα πάνω σε δυο άδειες κάσες από φυσίγγια, μια φάτνη. Κι εκείνο το βράδυ όλα τ’ αστέρια, λες και είχαν χαμηλώσει, προσκυνώντας τον φασκιωμένο νεογέννητο Χριστό, που έφτιαξαν με ρούχα και επιδέσμους και που δεν χρειαζόταν την ζεστή ανάσα των ζώων, για να ζήσει. Κανείς τους δεν μπαίνει στις σκηνές, αφού στάζουν από το βάρος του χιονιού και της βροχής. Συνεχίζουν να ψάλουν τα χαρμόσυνα τροπάρια της γέννησης και εύχονται του χρόνου να είναι όλοι στα σπίτια τους! Εδώ δεν διαφέρει κανείς, όσα γαλόνια κι αν φέρει στην στολή του, βαθμοί και αξιώματα παραμερίζονται και όλοι μοιάζουν σα να έχουν πάει σε μακρινή εκδρομή.
Ξημερώνει Χριστούγεννα, καθώς χαράζει, βρίσκει αναστατωμένο τον στρατιωτικό ιερέα τον παπά Φώτη. Τα ιερά σκεύη που περίμενε, για να τελέσει την λειτουργία, αργούσαν να φθάσουν. Ο ευρηματικός ιερέας επιστρατεύει την φαντασία του. Μ’ ένα ποτήρι, ένα δισκάκι κι ένα κουταλάκι, ετοιμάζει την θεία κοινωνία και σ’ ένα κεραμίδι, καίει ξερά τριμμένα φύλλα φασκόμηλου, κάνοντάς το θυμιατό! Δόξα εν ύψιστοι Θεός και επί γης ειρήνη. Κι εκεί όλοι βουρκώνουν…Από τις απέναντι πλαγιές, τα τσοπανόπουλα αρμέγουν το πρωινό γάλα και το φέρνουν ολόφρεσκο στους φαντάρους, που το βράζουν πάνω στα ξερόκλαδα και το μοιράζονται σαν αντίδωρο.
Καθώς η μέρα προχωρά, μπαίνουν και πάλι στην ζάλη της μάχης. Η είδηση ότι ο Παπανικολής βύθισε τρία Ιταλικά πλοία, που μετέφεραν πολεμοφόδια και γύρισε άτρωτος στην βάση του, πέρασε από στόμα σε στόμα, αναπτέρωσε το ηθικό τους και έπεσαν σαν θηρία στην επόμενη μάχη! Από την επομένη άρχισαν να σκέπτονται την Πρωτοχρονιά. Νέος χρόνος, νέες ελπίδες, νέες νίκες και αφού η μία νίκη διαδέχονταν την άλλη και οι Ιταλοί οπισθοχωρούσαν, ίσως η Πρώτη του χρόνου, να ήταν ο προάγγελος του τέλους του πολέμου! Η απελευθέρωση και η επιστροφή στις οικογένειές τους.
Ποιος να το έλεγε ότι τα χειρότερα ήταν πίσω και τα δύσκολα μόλις ξεκινούσαν! Η χαρούμενη, χρυσή Πρωτοχρονιά, έφερε μαζί της μαύρες μπαρουτοσκονισμένες μέρες και νύχτες, στα χαρακώματα και στην πρώτη γραμμή, δυστυχία, θάνατο και φωτιά!
Αυτή ήταν μια ιστορία που γράφτηκε από κάποιον ιστορικό…
Στα κρύα βράδια του χειμώνα, στην όμορφη, ανέμελη, παιδική ηλικία μου, οι ιστορίες που ο δικός μου πατέρας είχε να μου διηγηθεί, σαν παραμύθια, ήταν παρόμοιες, άλλοτε γεμάτες με πολύ πόνο, κούραση, ταλαιπωρία, και λύπη για τραυματισμούς, ξαφνικούς θανάτους κι άλλοτε με χαρές, νίκες, περηφάνεια, και κάθε τι που μπορεί να φέρει ένας πόλεμος. Τέσσερα χρόνια πολέμου, που δυστυχώς δεν γράφτηκαν ούτε σε μία σελίδα. Έμειναν όμως ανεξίτηλα γραμμένα, στην αθώα άγραφη εγκυκλοπαίδεια του παιδικού μυαλού μου, για να θυμάμαι για πάντα τον αγωνιστή, απλό στρατιώτη, πατέρα μου!
Πληροφορίες: Μαλέσης Δημ. διδάκτορας ιστορίας.
10 Νοεμβρίου 2025
Μαρία Φετοκάκη